Monday, April 27, 2009

anarchist flags in piccadilly circus

...


the seller


...


Cine-must: It's all gone (for) Pete Tong but thank fuck, Berlin('s) Calling...


UK film productions always had the upper hand in portraying the
contemporary clubbing scene on the big screen. Much of what is known
to define this movement has happened in the island so they have a big
share of the pie on that. It's all gone Pete Tong, (Trainspoting),
Human Traffic, 24 Hour Party People, and a bunch of other smaller
productions drew quite some attention in recent years. However the
truth remains that Germans had the final say on how electronic music
should sound like. They pointed new directions of soundscapes to be
explored when everybody was trying capitalise on what was musically
booming / mainstream. Berlin Calling is a German production that
accounts the current trends and turn offs of a life as an
internationally known DJ. It's not referring back to the history of
electronic music but instead it gives us a glimpse of what is happening
right now. It does so pretty well I think. Have a look for yourselves.

Sunday, April 26, 2009

για πες..

Αν θέλει και δεν μπορεί τότε δεν είναι παντοδύναμος.
Αν μπορεί και δεν θέλει τότε είναι μοχθηρός.
Αν και θέλει και μπορεί τότε γιατί υπάρχει το Κακό;
Αν ούτε θέλέι ούτε μπορεί τότε για τον λέμε “Θεό”;
ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ

Saturday, April 25, 2009

Flash (is) Back: Ας μιλήσουμε για Ιστορία… (Α’ – Βασίλης Ραφαηλίδης)

"Όλα πήγαν στραβά εξ αρχής στο κράτος που ονομάστηκε Ελλάδα, το 1830 που εμφανίστηκε η νέα Ελλάδα στον ίδιο τόπο που στην αρχαιότητα υπήρχε η Αρχαία Ελλάδα, πράγμα που δημιούργησε μύριες παρανοήσεις όσον αφορά την καταγωγή των Νεοελλήνων, που βέβαια δεν είναι ανάγκη να έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα για να είναι Έλληνες. Ούτε είναι κανείς σώνει και καλά Έλληνας γιατί έτυχε να γεννηθεί στην Ελλάδα. Η ζορισμένη γεωγραφία πολύ μικρό ρόλο παίζει στην εθνικότητα, και αυτό το γνώριζαν πολύ καλά οι Αρχαίοι Έλληνες, οι διάσπαρτοι τότε σε όλο τον γνωστό κόσμο. Άλλωστε, οι Εβραίοι που ΄μέχρι πρότινος δεν είχαν πατρίδα, δεν έπαψαν ποτέ να είναι ο πιο συνεκτικός λαός από εθνολογικής απόψεως.
«Η Ελλάδα ως κράτος», λέει ο Γεράσιμος Κακλαμάνης, «ήταν εξαρχής ο Λίβανος των Βαλκανίων». Δηλαδή ένα κράτος εθνικής σκοτοδίνης, χωρίς κανέναν φορέα εθνικής υπάρξεως. Μια απλή ματιά στα κατά καιρούς ελληνικά συντάγματα, λέει ο Κακλαμάνης είναι ικανή για να δείξει την εξ αρχής έλλεχη θεμελίων αυτού του κράτους. Το πρώτο σύνταγμα της Επιδαύρου ορίζει σαν φορέα του κράτους την θρησκεία, πράγμα που γίνεται από ανάγκη διότι αυτοί που πολέμησαν τους Τούρκους δεν είχαν τίποτα άλλο κοινό πέρα της θρησκείας, που δίκαια, συνεπώς, απόχτησε την σημασία που έχει πάντα στην ελληνική διοίκηση.
Στην παράγραφο 2 του συντάγματος της Επιδαύρου δίνεται ο ορισμός του Έλληνα: "Έλληνες είναι όσοι αυτόχθονες πιστεύουσιν εις Χριστόν".

Πιο τρελός ορισμός δεν θα μπορούσε να υπάρξει, Δηλαδή, αν κάποιος δεν πιστεύει στον Χριστό (προσοχή, το Σύνταγμα δεν λέει στον Θεό) δεν θα ήταν δυνατό να είναι Έλληνας;

Ναι, δεν θα ήταν, ούτε και σήμερα είναι εν πολλοίς δυνατό να είναι Έλληνας. Όμως, ποιος είδε ποτέ την πίστη και την μέτρησε; ρωτάει ο Κακλαμάνης με το διαβρωτικό επτανησιακό του χιούμορ.

Ποιος είναι δυνατό να ξέρει αν εγώ, για παράδειγμα, πιστεύω ή δεν πιστεύω στον Χριστό;

Κι αν εγώ δεν πιστεύω, πράγμα που είναι δικαίωμα μου, αφού η θρησκεία είναι πρόβλημα συνείδησης, τι θα απογίνω, θα με διώξουν από την Ελλάδα ως μη νομιμοποιούμενο συνταγματικώς ως έλληνα;
Ήταν η θρησκεία κριτήριο εθνικής υπάρξεως, ύστερα από τεσσάρων αιώνων συμβίωση του χριστιανισμού με μια συγγενή θρησκεία, τον μωαμεθανισμό, τον οποίο είχε αποδεχτεί το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της δυτικής Ελλάδας;

Τι απέγιναν οι Έλληνες, που έτυχε να είναι Μουσουλμάνοι;

Μα, θεωρήθηκαν Τούρκοι, και εκδιώχθηκαν στην Τουρκία με την ανταλλαγή πληθυσμών, που έγινε βάσει κυρίως του θρησκεύματος.

Και γιατί δυστροπούμε που θεωρούν Τούρκους τους εαυτούς τους οι Μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης, που είναι Έλληνες μουσουλμανικού θρησκεύματος;

Το σύνταγμα της Επιδαύρου δεν είναι αυτό που λανσάρει την εξίσωση "πας χριστιανός, Έλλην" και συνεπώς "πάς μουσουλμάνος, Τούρκος";
Και το ερώτημα επικρέμαται: Γιατί το πρώτο Ελληνικό σύνταγμα της Επιδαύρου υποχρεώνεται να ορίσει την εθνικότητα μόνο βάσει ενός συνειδησιακού προβλήματος, της θρησκείας;

Μα, διότι αναγνωρίζει πως όλοι όσοι πήραν μέρος στον αγώνα κατά των Τούρκων ήταν μεν όλοι Χριστιανοί, , δεν ήταν όμως όλοι Έλληνες. Ήταν και φτωχοί Τούρκοι, και Αρβανίτες, και Βλάχοι, και Σλάβοι, και Πομάκοι, και Γύφτοι - και ότι θες."


Βασίλη Ραφαηλίδη "Ιστορία του Νεοελληνικού κράτους" (1993, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου)

Thursday, April 23, 2009

Κ.Καβάφης Μύρης-· Aλεξάνδρεια του 340 μ.X.

(the greek version follows)

When I heard the terrible news, that Myris was dead,
I went to his house, although I avoid
going to the houses of Christians,
especially during times of mourning or festivity.

I stood in the corridor. I didn’t want
to go further inside because I noticed
that the relatives of the deceased looked at me
with obvious surprise and displeasure.

They had him in a large room,
and from the corner where I stood
I could catch a glimpse of it: all precious carpets,
and vessels in silver and gold.

I stood and wept in a corner of the corridor.
And I thought how our parties and excursions
would no longer be worthwhile without Myris;
and I thought how I’d no longer see him
at our wonderfully indecent night-long sessions
enjoying himself, laughing, and reciting verses
with his perfect feel for Greek rhythm;
and I thought how I’d lost forever
his beauty, lost forever
the young man I’d worshipped so passionately.

Some old women close to me were talking with lowered voices
about the last day he lived:
the name of Christ constantly on his lips,
his hand holding a cross.
Then four Christian priests
came into the room, and said prayers
fervently, and orisons to Jesus,
or to Mary (I’m not very familiar with their religion).

We’d known, of course, that Myris was a Christian,
known it from the very start,
when he first joined our group the year before last.
But he lived exactly as we did.
More devoted to pleasure than all of us,
he scattered his money lavishly on amusements.
Not caring what anyone thought of him,
he threw himself eagerly into night-time scuffles
when our group happened to clash
with some rival group in the street.
He never spoke about his religion.
And once we even told him
that we’d take him with us to the Serapeion.
But—I remember now—
he didn’t seem to like this joke of ours.
And yes, now I recall two other incidents.
When we made libations to Poseidon,
he drew himself back from our circle and looked elsewhere.
And when one of us in his fervor said:
“May all of us be favored and protected
by the great, the sublime Apollo”—
Myris, unheard by the others, whispered: “not counting me.”

The Christian priests were praying loudly
for the young man’s soul.
I noticed with how much diligence,
how much intense concern
for the forms of their religion, they were preparing
everything for the Christian funeral.
And suddenly an odd sensation
took hold of me. Indefinably I felt
as if Myris were going from me;
I felt that he, a Christian, was united
with his own people and that I was becoming
a stranger, a total stranger. I even felt
a doubt come over me: that I’d also been deceived by my passion
and had always been a stranger to him.
I rushed out of their horrible house,
rushed away before my memory of Myris
could be captured, could be perverted by their Christianity.




Την συμφορά όταν έμαθα, που ο Μύρης πέθανε,
πήγα στο σπίτι του, μ' όλο που το αποφεύγω
να εισέρχομαι στων Χριστιανών τα σπίτια,
προ πάντων όταν έχουν θλίψεις ή γιορτές.

Στάθηκα σε διάδρομο. Δεν θέλησα
να προχωρήσω πιο εντός, γιατί αντελήφθην
που οι συγγενείς του πεθαμένου μ’ έβλεπαν
με προφανή απορίαν και με δυσαρέσκεια.

Τον είχανε σε μια μεγάλη κάμαρη
που από την άκρην όπου στάθηκα
είδα κομμάτι· όλο τάπητες πολύτιμοι,
και σκεύη εξ αργύρου και χρυσού.

Στέκομουν κ’ έκλαια σε μια άκρη του διαδρόμου.
Και σκέπτομουν που η συγκεντρώσεις μας κ’ η εκδρομές
χωρίς τον Μύρη δεν θ' αξίζουν πια·
και σκέπτομουν που πια δεν θα τον δω
στα ωραία κι άσεμνα ξενύχτια μας
να χαίρεται, και να γελά, και ν’ απαγγέλλει στίχους
με την τελεία του αίσθησι του ελληνικού ρυθμού·
και σκέπτομουν που έχασα για πάντα
την εμορφιά του, που έχασα για πάντα
τον νέον που λάτρευα παράφορα.

Κάτι γρηές, κοντά μου, χαμηλά μιλούσαν για
την τελευταία μέρα που έζησε—
στα χείλη του διαρκώς τ’ όνομα του Χριστού,
στα χέρια του βαστούσ’ έναν σταυρό.—
Μπήκαν κατόπι μες στην κάμαρη
τέσσαρες Χριστιανοί ιερείς, κ’ έλεγαν προσευχές
ενθέρμως και δεήσεις στον Ιησούν,
ή στην Μαρίαν (δεν ξέρω την θρησκεία τους καλά).

Γνωρίζαμε, βεβαίως, που ο Μύρης ήταν Χριστιανός.
Aπό την πρώτην ώρα το γνωρίζαμε, όταν
πρόπερσι στην παρέα μας είχε μπει.
Μα ζούσεν απολύτως σαν κ’ εμάς.
Aπ’ όλους μας πιο έκδοτος στες ηδονές·
σκορπώντας αφειδώς το χρήμα του στες διασκεδάσεις.
Για την υπόληψι του κόσμου ξένοιαστος,
ρίχνονταν πρόθυμα σε νύχτιες ρήξεις στες οδούς
όταν ετύχαινε η παρέα μας
να συναντήσει αντίθετη παρέα.
Ποτέ για την θρησκεία του δεν μιλούσε.
Μάλιστα μια φορά τον είπαμε
πως θα τον πάρουμε μαζύ μας στο Σεράπιον.
Όμως σαν να δυσαρεστήθηκε
μ’ αυτόν μας τον αστεϊσμό: θυμούμαι τώρα.
A κι άλλες δυο φορές τώρα στον νου μου έρχονται.
Όταν στον Ποσειδώνα κάμναμε σπονδές,
τραβήχθηκε απ’ τον κύκλο μας, κ’ έστρεψε αλλού το βλέμμα.
Όταν ενθουσιασμένος ένας μας
είπεν, Η συντροφιά μας νάναι υπό
την εύνοιαν και την προστασίαν του μεγάλου,
του πανωραίου Aπόλλωνος — ψιθύρισεν ο Μύρης
(οι άλλοι δεν άκουσαν) «τη εξαιρέσει εμού».

Οι Χριστιανοί ιερείς μεγαλοφώνως
για την ψυχή του νέου δέονταν.—
Παρατηρούσα με πόση επιμέλεια,
και με τι προσοχήν εντατική
στους τύπους της θρησκείας τους, ετοιμάζονταν
όλα για την χριστιανική κηδεία.
Κ’ εξαίφνης με κυρίευσε μια αλλόκοτη
εντύπωσις. Aόριστα, αισθάνομουν
σαν νάφευγεν από κοντά μου ο Μύρης·
αισθάνομουν που ενώθη, Χριστιανός,
με τους δικούς του, και που γένομουν
ξ έ ν ο ς εγώ, ξ έ ν ο ς π ο λ ύ· ένοιωθα κιόλα
μια αμφιβολία να με σιμώνει: μήπως κι είχα γελασθεί
από το πάθος μου, και π ά ν τ α τού ήμουν ξένος.—
Πετάχθηκα έξω απ’ το φρικτό τους σπίτι,
έφυγα γρήγορα πριν αρπαχθεί, πριν αλλοιωθεί
απ’ την χριστιανοσύνη τους η θύμηση του Μύρη.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Monday, April 20, 2009

Αυτό σημαίνει Πάσχα...(για μερικούς)


Παρμένο απο το μπλογκ του MR Hulot's Nothing Days
"Στις επίσημες γιορτές εν γένει, ο άνθρωπος απαλλαγμένος από τα δεσμά της δουλειάς και τους ευπρεπισμούς της καθημερινότητας, κάνει φανερό ένα μέρος της πραγματικής του φύσης. Επιδίδεται δηλαδή σε αναρίθμητες πράξεις κτηνωδίας, αφροσύνης και απλής βρωμερής ανθρωπιάς. Το Πάσχα ωστόσο δύναται να διεκδικεί... ειδική μνεία στην ιεραρχία της ποταπότητας. Η Ελληνική οικογένεια επανενώνεται μέσα σε ποταμούς αίματος και εντοσθίων, οι μικρές δολοφονικές καθημερινότητες του σογιού επιστρέφουν με δηλητηριώδη λύσσα, το παπαδαριό ζει μέρες δόξας και ακόμη και τα πλέον «προοδευτικά» κομμάτια της κοινωνίας ενδίδουν στο εσωτερικό τους κάλεσμα και αφήνονται στο βόρβορο του «λαικού»γλεντιού.

Και αν τουλάχιστον τα Χριστούγεννα το κρύο και οι ανάγκες της αγοράς κρατάν όλη αυτή την αθλιότητα κρυμμένη σε διαμερίσματα και μεζονέτες, το Πάσχα οι οικογενειάρχες είθισται να εκδράμουν στην φύση για να εκτελέσουν τις ωμοτητές τους. Οι ανοιξιάτικες μαργαρίτες και παπαρούνες ποδοπατιούνται από ένα ανθρώπινο χείμαρο, πιο βορβορώδη και από τον ασωπό, και λιβάδια, δάση και κήποι σπιλώνονται με τόνους πλαστικού και χημικών, που αφήνουν πίσω τους οι μανιασμένοι εκδρομείς, μαζί με τις βρωμερότερες των εκδηλώσεων από τα παραγεμισμένα με σάρκες και ζωικά σπλάχνα, εντερά τους. Ο φυσικός κόσμος κρατά την ανάσα του και δεν εκπνέει παρά μόνο μετά το τελευταίο ζωώδες ρέψιμο, μετά την ύστατη ανθρώπινη κλανιά που υποδηλώνει ότι η μεγάλη σφαγή του Πάσχα έφτασε στο τελος της.Κάποιοι μπορεί εύλογα να υποστηρίξουν ότι οι Ρωμαίοι δεν έκαναν καλά τη δουλειά τους. Δεν υπήρχαν και ούπα τότε βλέπετε. Κάποιοι υποθετικοί εξωτερικοί παρατηρητές, θα αναρωτιόντουσαν, έκθαμβοι μπροστά στο Αουσβιτς που με περίσσια χαρά και μοχθηρία στήνει η ανθρωπότητα για αρνιά και κατσίκια, αν αυτή η υποθετική παμπάλαιη θεότητα, στο όνομα της οποίας επιτελείται αυτό το όργιο ξεκοιλιάσματος, δεν είχε σκοτωθεί από κέρατα αίγαγρου ή κουτουλιά προβάτου. Κοντολογής: πρόκειται αληθώς για μια εβδομάδα των παθών, τόσο για τον φυσικό κόσμο, όσο και για την αισθητική. Ψήγματα αισιοδοξίας μπορούν να βιωθούν μόνο καθώς αυτή η αιμοσταγής φρενίτιδα πλησιάζει στο τέλος της."

Thursday, April 16, 2009

Las tres gracias


Why I hate Coldplay / Radiohead: You and Whose Army

A few years after the release of OK Computer and funs, the press and the media were growing anxious over the next release of Radiohead. Eventually, they released Kid A in 2000 that left a lot of the critics puzzled. Most of the public and press were waiting a release in the lines of OK Computer, but Radiohead refused to fall for that and capitalise easy tunes. Instead they embarked in a new music styles rediscovering their sound. Well, Coldplay found the perfect opportunity in 2000 to fill in the 'gap' that Radiohead left with Parachutes their 1st album. That explains why the always sounded "Pompous, mawkish, and unbearably smug". Andy Gill explains why he hates Coldplay in his much discussed article published by INDEPENDENT
http://www.independent.co.uk/arts-entertainment/music/features/andy-gill-why-i-hate-coldplay-844190.html"


Come on, Come on
You think you drive me crazy, well

Come on, Come on
You and whose army
You and your cronies

Come on, Come on
Holy Roman empire

Come on if you think
Come on if you think
You can take us all
You can take us all

You and whose army
You and your cronies

You forget so easy
We ride tonight
We ride tonight
Ghost horses
Ghost horses

We ride tonight
We ride tonight
Ghost horses
Ghost horses
Ghost horses

Sunday, April 12, 2009

Thursday, April 9, 2009

Bird on a teapot





what the...

video

Lets throw a party and disturb the neighbours

an unfinished song from last year

Wednesday, April 8, 2009

Clubbing in Elephant and Castle


A guy had a vision of an elephant with a castle on his back walking among the clouds - imagine how ‘high’ he was- sometime around 1500s. Thats was enough though to give a whole area of south London its name. The fact is that Elephant and Castle has the reputation of being a quite underdeveloped place. This explains why so many of the underground raves are still taking place there. To me it proves how surreal this city has become. And I say become cause I am sure that 50 or 60 years ago London was just a declining and depressing city. History is standing by my side on this one.

During the day Elephant and Castle is a crowded transport hub, a complex of interchanges between busses, the underground and central highways leading towards and outside the city. Elephant and Castle at daytimes is versatile, full of all kinds of people: students from the nearby university, bankers and city guys going at work, rastafaras selling their jamaican food, africans and asians setting up their tents and selling anything that can be sold in a flee market. Above the flee market a monstrous commercial center, a mall and plenty of restaurants are piled up one on top of the other. From mainstream shopping to the flee markets of Asia and Africa, everything is there.

At night, the story is different. Elephant and Castle becomes the hub of the underground clubbing scene of London. It has been a hub since the early 90s during the summer of love when ministry of sound was breaking through. Night in Elephant and Castle is just beyond any normality of you going out for a clubbing night with friends. You just can’t know what to expect. Or even more, you don’t want to know what awaits you. It’s rough, raw and in your face. It’s just like the black holes of the universe: there is only one way in and probably no way out! Several buildings that you thought are cinemas, garages or theaters are now clubs with big and small raves taking place and people just rushing between them. It’s dark and ugly and the huge commercial complex above you looks like a giant empty tower on the verge of collapsing. This biblical setting creates no shame to people, it provokes them to be crazy and live it to the full cause there is simply no tomorrow guaranteed. So people -and there are people of any age- take out their real ego and expose it, beat it, show it off, without caring much of what the others would think about. Indeed, If you think of it, a city that lives so hectic on a daily basis needs to let somewhere its real self out and just be naked, dancing, drinking, smoking, fucking, taking drugs, socializing, looking life straight into the eyes as some say.

Going out in Elephant and Castle is certainly not for all tastes however diverse it might sound. You might find it funny and even enjoying during the day but during the night its very eccentric and surreal. Dali would have been proud of it.

Monday, April 6, 2009

Image in the water

I threw a small stone down at the reflection of my image in the water...
And it altogether disappeared.
I burst as it shattered through me like a bullet through a bottle...
And I'm expected to believe that any of this is real...

TEN LAST NIGHT

I PASS A PILE OF BROKEN CHAIRS

ON OUR STREET CORNER

AND FEEL YOU

DRYING ON ME.

I TASTE THE BLOOD

THAT SHIMMERED

ON YOUR LIPS.

LINGERING, LIKE GUILT DOES.

(trying to) shooting a fucking candle while beeing totaly drunk