Thursday, April 23, 2009

Κ.Καβάφης Μύρης-· Aλεξάνδρεια του 340 μ.X.

(the greek version follows)

When I heard the terrible news, that Myris was dead,
I went to his house, although I avoid
going to the houses of Christians,
especially during times of mourning or festivity.

I stood in the corridor. I didn’t want
to go further inside because I noticed
that the relatives of the deceased looked at me
with obvious surprise and displeasure.

They had him in a large room,
and from the corner where I stood
I could catch a glimpse of it: all precious carpets,
and vessels in silver and gold.

I stood and wept in a corner of the corridor.
And I thought how our parties and excursions
would no longer be worthwhile without Myris;
and I thought how I’d no longer see him
at our wonderfully indecent night-long sessions
enjoying himself, laughing, and reciting verses
with his perfect feel for Greek rhythm;
and I thought how I’d lost forever
his beauty, lost forever
the young man I’d worshipped so passionately.

Some old women close to me were talking with lowered voices
about the last day he lived:
the name of Christ constantly on his lips,
his hand holding a cross.
Then four Christian priests
came into the room, and said prayers
fervently, and orisons to Jesus,
or to Mary (I’m not very familiar with their religion).

We’d known, of course, that Myris was a Christian,
known it from the very start,
when he first joined our group the year before last.
But he lived exactly as we did.
More devoted to pleasure than all of us,
he scattered his money lavishly on amusements.
Not caring what anyone thought of him,
he threw himself eagerly into night-time scuffles
when our group happened to clash
with some rival group in the street.
He never spoke about his religion.
And once we even told him
that we’d take him with us to the Serapeion.
But—I remember now—
he didn’t seem to like this joke of ours.
And yes, now I recall two other incidents.
When we made libations to Poseidon,
he drew himself back from our circle and looked elsewhere.
And when one of us in his fervor said:
“May all of us be favored and protected
by the great, the sublime Apollo”—
Myris, unheard by the others, whispered: “not counting me.”

The Christian priests were praying loudly
for the young man’s soul.
I noticed with how much diligence,
how much intense concern
for the forms of their religion, they were preparing
everything for the Christian funeral.
And suddenly an odd sensation
took hold of me. Indefinably I felt
as if Myris were going from me;
I felt that he, a Christian, was united
with his own people and that I was becoming
a stranger, a total stranger. I even felt
a doubt come over me: that I’d also been deceived by my passion
and had always been a stranger to him.
I rushed out of their horrible house,
rushed away before my memory of Myris
could be captured, could be perverted by their Christianity.

Την συμφορά όταν έμαθα, που ο Μύρης πέθανε,
πήγα στο σπίτι του, μ' όλο που το αποφεύγω
να εισέρχομαι στων Χριστιανών τα σπίτια,
προ πάντων όταν έχουν θλίψεις ή γιορτές.

Στάθηκα σε διάδρομο. Δεν θέλησα
να προχωρήσω πιο εντός, γιατί αντελήφθην
που οι συγγενείς του πεθαμένου μ’ έβλεπαν
με προφανή απορίαν και με δυσαρέσκεια.

Τον είχανε σε μια μεγάλη κάμαρη
που από την άκρην όπου στάθηκα
είδα κομμάτι· όλο τάπητες πολύτιμοι,
και σκεύη εξ αργύρου και χρυσού.

Στέκομουν κ’ έκλαια σε μια άκρη του διαδρόμου.
Και σκέπτομουν που η συγκεντρώσεις μας κ’ η εκδρομές
χωρίς τον Μύρη δεν θ' αξίζουν πια·
και σκέπτομουν που πια δεν θα τον δω
στα ωραία κι άσεμνα ξενύχτια μας
να χαίρεται, και να γελά, και ν’ απαγγέλλει στίχους
με την τελεία του αίσθησι του ελληνικού ρυθμού·
και σκέπτομουν που έχασα για πάντα
την εμορφιά του, που έχασα για πάντα
τον νέον που λάτρευα παράφορα.

Κάτι γρηές, κοντά μου, χαμηλά μιλούσαν για
την τελευταία μέρα που έζησε—
στα χείλη του διαρκώς τ’ όνομα του Χριστού,
στα χέρια του βαστούσ’ έναν σταυρό.—
Μπήκαν κατόπι μες στην κάμαρη
τέσσαρες Χριστιανοί ιερείς, κ’ έλεγαν προσευχές
ενθέρμως και δεήσεις στον Ιησούν,
ή στην Μαρίαν (δεν ξέρω την θρησκεία τους καλά).

Γνωρίζαμε, βεβαίως, που ο Μύρης ήταν Χριστιανός.
Aπό την πρώτην ώρα το γνωρίζαμε, όταν
πρόπερσι στην παρέα μας είχε μπει.
Μα ζούσεν απολύτως σαν κ’ εμάς.
Aπ’ όλους μας πιο έκδοτος στες ηδονές·
σκορπώντας αφειδώς το χρήμα του στες διασκεδάσεις.
Για την υπόληψι του κόσμου ξένοιαστος,
ρίχνονταν πρόθυμα σε νύχτιες ρήξεις στες οδούς
όταν ετύχαινε η παρέα μας
να συναντήσει αντίθετη παρέα.
Ποτέ για την θρησκεία του δεν μιλούσε.
Μάλιστα μια φορά τον είπαμε
πως θα τον πάρουμε μαζύ μας στο Σεράπιον.
Όμως σαν να δυσαρεστήθηκε
μ’ αυτόν μας τον αστεϊσμό: θυμούμαι τώρα.
A κι άλλες δυο φορές τώρα στον νου μου έρχονται.
Όταν στον Ποσειδώνα κάμναμε σπονδές,
τραβήχθηκε απ’ τον κύκλο μας, κ’ έστρεψε αλλού το βλέμμα.
Όταν ενθουσιασμένος ένας μας
είπεν, Η συντροφιά μας νάναι υπό
την εύνοιαν και την προστασίαν του μεγάλου,
του πανωραίου Aπόλλωνος — ψιθύρισεν ο Μύρης
(οι άλλοι δεν άκουσαν) «τη εξαιρέσει εμού».

Οι Χριστιανοί ιερείς μεγαλοφώνως
για την ψυχή του νέου δέονταν.—
Παρατηρούσα με πόση επιμέλεια,
και με τι προσοχήν εντατική
στους τύπους της θρησκείας τους, ετοιμάζονταν
όλα για την χριστιανική κηδεία.
Κ’ εξαίφνης με κυρίευσε μια αλλόκοτη
εντύπωσις. Aόριστα, αισθάνομουν
σαν νάφευγεν από κοντά μου ο Μύρης·
αισθάνομουν που ενώθη, Χριστιανός,
με τους δικούς του, και που γένομουν
ξ έ ν ο ς εγώ, ξ έ ν ο ς π ο λ ύ· ένοιωθα κιόλα
μια αμφιβολία να με σιμώνει: μήπως κι είχα γελασθεί
από το πάθος μου, και π ά ν τ α τού ήμουν ξένος.—
Πετάχθηκα έξω απ’ το φρικτό τους σπίτι,
έφυγα γρήγορα πριν αρπαχθεί, πριν αλλοιωθεί
απ’ την χριστιανοσύνη τους η θύμηση του Μύρη.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

1 comment:

Anonymous said...

Koryfaio. Gemato eikones