Tuesday, December 23, 2008
Νεκροζώντανο
Κλείστηκα στο μαύρο μου κονσερβοκούτι και έκλαψα σιωπηλά,
να μην με ακούσει κανείς,
να μην φέρω κανέναν σε δύσκολη θέση μες το σιδερωμένο του κοστούμι.
Κρύφτηκα πίσω από δέντρα, σκουπιδοτενεκέδες
και ότι βρήκα μπροστά μου άξιο να κρύψει την άθλια ύπαρξή μου.
Σαν χαμαιλέοντας πήρα το χρώμα του κόσμου σας για να μην διαφέρω,
για να είμαι ένα ζωντανό παράσιτο αυτής της κοινωνίας.
Πήγα σαν ημιβρυκόλακας στην κηδεία μου,
(έχω και άλλους τρόπους να επιζώ βλέπεις εκτός από το αίμα)
και έκλαψα για το νεκρό μου κορμί
που δεν είχε πια την ικανότητα της κατανάλωσης τροφών, ιδεών,
αληθειών και ψεμάτων πάντα προς τέρψη όλων των ημίνεκρων ψυχών,
εικόνων πλαστικοποιημένων και ονείρων κονσερβοποιημένων,
ανθρώπων μονδελοποιημένων και διαφόρων ονειροκρατούμενων,
ομήρων της ζωής.
Έπειτα ο πάτερ είπε αυτό το "χούς εις χούν"
και ένα παιδάκι, ήταν δεν ήταν έξι χρονών,
ξέσπασε σε γέλια,
εκεί κατάλαβα ότι ήταν η πρότελευταία φορά που συνέβη.
Είχα deja vu της κηδείας της ύπαρξής μου σε μελλοντικό χρόνο,
διότι το αυτό συνέβη πρόσφατα.
Είδα να με νεκροστολίζουν, όνειρο θα ήταν θα μου πεις
ή deja vu, ή εφιάλτης,
αλλά αυτήν την φορά δεν κρύφτηκα,
βγήκα και μέσα στην παρασιτική μου τρέλα αποφάσισα να με διαφημίσω,
να με βγάλω στο κλαρί και να με πουλήσω,
ημιβρυκόλακας σε τιμή ευκαιρίας,
εδώ είμαι για όποιον ενδιαφέρεται,
αναμένω τους συλλέκτες ημιβρυκολάκων.
Thursday, December 4, 2008
Μακάριοι οι μη ζώντες
Μόλις πιάσεις κάτι εξατμίζεται σαν τον αχνό της ανάσας
που άφηνες μικρός στα παράθυρα.
Σε πέντε δέκα σκοτάδια θα προλάβεις να μπεις και θα ψάχνεις
σαν τρελός τον διακόπτη, αντί να καθίσεις και να ακούσεις την σιωπή σου.
Δεν υπάρχουν φαντάσματα τριγύρω.
Μόνο η δική σου μοίρα που σε περιμένει χαρούμενη να φτάσεις στο τέρμα.
Κάποιοι την βλέπουν, κάποιοι κάνουν πως δεν την βλέπουν
και κάποιοι την αγνοούν παντελώς. Μακάριοι όλοι οι μη ζώντες.
Μόνο οι άνθρωποι-σκουπίδια δεν ανακυκλώνονται. Δυστυχώς.
Ακόμη και σε αυτό αποτυγχάνουν.Δεν πέφτεις. Μην πέφτεις.
Μην προσπαθήσεις να πέσεις. Μην σε πείσουν να πέσεις.
Οι ώρες είναι πιο αργές όταν κοιτάς το ρολόι κατάματα.
Νευριάζει και στο ανταποδίδει κατάλληλα.
Οι ώρες είναι πιο έξυπνες πνιγμένες.
Μονόλογοι. Όλοι μονόλογοι περπατάμε στον δρόμο
και ανταλλάσουμε καλημέρες και καλησπέρες.
Μέχρι να περάσουν.
Δεν πέφτεις κατά τύχη σε σκοτάδι, μόνο ψάχνοντας το βρίσκεις.
Τότε γιατί ψάχνεις διακόπτη;
Φαντάσματα στον δρόμο. Προχωράμε αγκαλιάζοντας όμορφες
φυλακισμένες πεταλούδες που μας γαργαλάνε το μυαλό.
Περνώντας μπροστά από σκουπίδια.
Οι ουσίες. Χάσαμε το νόημα της λέξης ουσία.
Χάσαμε το νόημα.
Το είχαμε τότε. Θυμάσαι. Το κράταγες. Εκεί στο σκοτάδι.
Δεν το έβλεπες. Αλλά το ήξερες. Τώρα ξέρεις.
Το χάσαμε στις βόλτες μας. Κάπου το ξεχάσαμε.
Θα το βρήκε κάποιος άραγε; Ποιος πιστεύει στην ουσία.
Αυτός που πιστεύει και στον Θεό;
Τι ουσία έχει άραγε ο Θεός;
Και αν δεν έχει… τι έχει;
Έχει έστω μάτια να μας δει; Έχει χείλη να μας φιλήσει;
Έχει πέντε δεκάρες στην τσέπη να μας κεράσει;
Έχει τρίμματα καπνού στην παλάμη;
Έχει ανάσα που μυρίζει μαγειρεμένο φαγητό;
Προφανώς έχει χιούμορ.
Μου έχει μείνει λίγη ουσία στο χέρι.
Λέω να μην το πλύνω απόψε.
Κράτησε με. Κράτησε με.
Μην πέσεις και εσύ. Μην πέφτεις. Μείνε.
Μην φύγεις. Μην πέφτεις.
Μη Θεε μου παίρνεις την ουσία.
Μη ουσία μου παίρνεις τον Θεό.
Θα είστε ευτυχισμένοι μαζί βέβαια.
Πλασμένοι ο ένας για τον άλλο.
Τι θέλω εγώ ο Κομπάρσος σε αυτήν την ιστορία.
Δεν είμαι καλή ηθοποιός.
Δεν κλαίω εύκολα πια. Γελάω το ίδιο δύσκολα.
Θα σας αφήσω μόνους.
Ξέρω μακάριοι όλοι.
Saturday, November 1, 2008
Θανατικό
να πιω νερό από πηγάδι
να νιώσω μιας τρελής το χάδι
να βιάσω συνειδήσεις
να σας γεμίσω όλους τύψεις
να μην αφήσω ούτε σκόνη
και όταν η ώρα θα ζυγώνει
που θα μου δώσετε κώνειο
να σας ζητήσω μια συγνώμη
χωρίς ντροπή και ένα αντίο
θα μου γελάσετε γλυκά
θα είναι όμως πια αργά
το ανέκδοτο πια της ζωής μου
δεν θα το έχω αφήσει πίσω
θα τα κρατήσω μες τον τάφο
όσα δεν είχα και όσα θα’ χω
θα τα αγκαλιάσω με τα οστά μου
θα τα ποτίσω με τα υγρά μου
θα τα ποτίσω εκεί στην γη μου
την τελευταία αυτή δική μου
κάτω από μάρμαρο υγρό,
αχ τελευταία αναπνοή μου,
να βγει λουλούδι τρομερό
να λέγεται θανατικό.
Wednesday, September 17, 2008
Thursday, September 4, 2008
Ανθρώπινα
Μην αφήσεις τα παιδιά να σε πιάσουν και να σου πουν την αλήθεια τους.
Είναι πίσω σου.
Οι αναπνοές τους μαστιγώνουν τον γέρικο αυχένα.
Τι έχεις να τους πεις
Τα βήματά τους ανοίγουν ρήγματα
και χάνεσαι.
Τα ματωμένα γόνατά τους γελούν μπροστά στην αναπνοή σου.
Να προλάβεις να μην ακούσεις.
Για σένα πάντα, μην ακούσεις.
Προχώρα και τρέξε σαν να μην συνέβη τίποτα.
Χαμηλωμένα μάτια,
και τα αστέρια στο άλλο ημισφαίριο,
Ποτέ στο δικό μας.
Ποτέ για μας.
Ο ουρανός είναι μια φωτογραφία που έβαλε κάποιος εκεί για να χαζεύουμε.
Να κλείνουν οι πληγές με τον άνεμο.
Γιατί κάποιος έκαψε με τσιγάρο το μαύρο σεντόνι του ουρανού και εμείς κοιτάμε.
Κοίτα κάτω επιτέλους.
Ποιος πέταξε αυτές τις πέτρες.
Ποιος πετάει αυτές τις φωτιές.
Οι φλεγόμενες βάτοι σβήσανε πια.
Υγρές εικόνες σε όλη την υδρόγειο
και εμείς κοιτάμε!
Κοιτάξτε!
Τίποτα δεν συμβαίνει εδώ.
Τίποτα δεν υπάρχει εδώ.
Κανείς και τίποτα.
Ποιος να ακούσει.
Ποιος να αμυνθεί.
Δώς μου το χέρι σου να φύγουμε.
Δώς μου τα μάτια σου να σου ζωγραφίσω έναν παράδεισο.
Οι άνθρωποι πόσο μικροί φαντάζουν όταν πεθαίνουν.
Τι νοσταλγία να βγει πια από πεθαμένες πληγές.
Σιγά σιγά θα σε αφήσω και εγώ.
Είναι ανθρώπινο.
Η πληγή είναι ανθρώπινη.
Το να πληγώνεις είναι ανθρώπινο.
Το να σκοτώνεις είναι ανθρώπινο.
Τα πάντα είναι ανθρώπινα επιτέλους σε αυτήν την μικρή εξωγήινη γη;
Πόσος εγωισμός;
Τι δεν είναι ανθρώπινο;
Πόσο μπορείς να αντέξεις κρεμασμένος από τα μάτια;
Πόσα μάτια έχεις χωνέψει στα όνειρά σου;
Πόσες εικόνες;
Πόσο;
Αυτή η χωρητικότητά μας.
Αυτή μας σκοτώνει τελικά.
Θύμωσα.
Κρίμα είναι.
Δεν ξέρω με ποιον.
Μάλλον με εμένα.
Σας αγαπώ όμως.
Και η αγάπη ανθρώπινη είναι.
Στοιχειωμένος
Δεν είναι το σύμπαν σου αυτό.
Δεν είναι αυτό που ονειρεύτηκες.
Αλλιώς γιατί σφίγγεις αγκαλιά το μαξιλάρι
και ιδρώνεις με ύπουλα όνειρα,
από αυτά που σε κάνουν να φτιάχνεις καινούρια σύμπαντα.
Εγκλωβισμός
Ξέρεις τι θα πει.
Να έχεις σκουπίδια στο χρηματοκιβώτιο
και την αλήθεια πόρνη να ψάχνει πελάτες.
