Saturday, May 22, 2010

οι φιλοι των βουνων

Στατικό θαύμα, απλά να κοιτάς κάτι, εκκένωση, αγάπη. Χτυπάει η πόρτα από τον αγνώριστο. Ερώτηση, παράδοση, απόδοση. Εκκένωση. Μακάρι να ήξερα να παίζω το βιολί. Μακάρι. Εκκεντρικός πόλεμος. Φτιάχνω μηχανή για να με προβληματίζει. Να με οραματίζει. Πολυετής θάνατος από μέσα, εσωτερικά της καμπαρτίνας. Τόση δα μνήμη. Τόση δα. Άδικο. εκκένωση και αντικατάσταση. Μετακομίζουμε συνέχεια και δεν το καταλαβαίνουμε. Κανένα πνευματικό δικαίωμα δεν υπάρχει. Εφόσον δεν υπάρχει πνευματική ιδιοκτησία. Έτσι νομίζω. Λίγη ωριμότητα δεν βλάπτει. Ας πουλήσουμε ό,τι θεωρούμε πουλημένο. Τα δοκίμια για τον άνθρωπο. Τα ερωτήματα της φιλοσοφίας. Τα στατικά θαύματα και τις γενεσιουργές αιτίες. Αφού δεν υπάρχουν αποτελέσματα. Όχι πια. Όχι τώρα πια δεν υπάρχουν. Δε ξέρω. Δε νομίζω. Εκμετάλλευση. Ευδιάκριτη. Εκμετάλλευση του σουρεαλισμού. Δεν υπάρχει αίσθηση. Εκκένωση. Αθώα. Ο Κάιν ακόμα ζει. Μόνο αυτός ζει. Προέκταση ραδιοφώνου και τρίξιμο τραπεζιού. Μονάχα αυτός ζει μεταξύ ζωής και θανάτου. Εκμετάλλευση σουρεαλισμού. Ψήγματα παράνοιας. Κορμί κάτω από το δέρμα. Συννεφιά δύο ιντσών. Χτυπάει η πόρτα από τον αγνώριστο. Ερωτήσεις. Φευγιό. Αφίξεις, γεμίζεις μια ζωή με αναχωρήσεις. Το φευγιό. Πες το θάνατο. Ο Αγνώριστος. Έσω έτοιμος τρόμος. Μακάρι να ήξερα καμιά προσευχή να συλλαβίζω την ώρα που χάνομαι για πάντα. Ίσως κι όχι. Για πάντα. Υπερσυντέλικος, αγάπη. Το νόμισμα που συντροφεύει ματαιόδοξα το πτώμα. Κορμί από μέσα. Σιγά μη κοχλάζει το αίμα. Κόβει βόλτες. Υστερία. Μονάχα βόλτες κόβει μέσα στο κορμί. Αυτό. Ύστερα παγώνει. Εκκένωση. Αυτό μάλλον. Έτσι φεύγει ο Φόβος. Μάλλον. Έτσι αλλάζει η συνήθεια και γίνεται ..κάτι άλλο. Πόρισμα. Συμπέρασμα. Εκκένωση. Αιτία να ασχοληθείς μετέπειτα. Κι άλλο. Λίγο παραπάνω. Λίγο λιγότερο από όσο χρειάζεται, πάντα χρειάζεται λίγο παραπάνω, αλλιώς προσπερνάς τον εαυτό σου και. Τίποτα. Τίποτα το σημαντικό. Μάλλον. Έτσι φεύγει ο εαυτός από το κορμί του. Με προσπέραση. Χωρίς φόβο. Αδειάζει τη γωνιά. Και παγώνει το αίμα. Όποιο αίμα. Αν ήταν ποτέ ζεστό. Αν και αν , θα πάρουμε το δρόμο του Βουνού. Με τις κασέτες μας. Και τα όνειρα. Να μη ξεχάσουμε τα όνειρα. Σημαντικό αυτό. Να βρούμε και το δρόμο. Κι αυτό σημαντικό. Το Βουνό. Περιμένει. Τι άλλο να κάνει ένα Βουνό; Περιμένει. Εμάς τους αγνώριστους. Να συστηθούμε. Να πούμε κάνα τραγούδι. Να παρηγορηθούμε. Να το βαφτίσουμε αυτό απόδραση. Έξοδο. Να κάνουμε δικές μας παραδόσεις. Και τσίπουρο. Και αφελή πράγματα. Γιατί όχι; Τι σημασία έχει; Λίγη ανωριμότητα δε βλάπτει. Κάποιος φεύγει, κάποιος μένει. Πίσω. Για να θυμάται. Για να μπορέσει να ξεχάσει κάποτε. Για να θυμάται και να ξεχνάει τα πάντα. Όπως κάνανε και αυτοί που έφυγαν. Πριν. Λίγο πιο πριν. Μάλλον. Σκηνές από το παρελθόν, που επαναλαμβάνονται στο μέλλον, οι φιγούρες γίνονται βιτρίνες, οι λόγοι γίνονται δικαιολογίες, δε λέω τίποτα, το παρελθόν μοιάζει σαν ασβός σε κάποιους, δε θέλω να το χαλάσω, άλλοι θυμούνται αυτόν τον ασβό σα παγώνι, δε θέλω να τους το χαλάσω, πολύ βαθιά στη κόλαση εμείς αυτοί που έχουν πατρίδα τους το μέλλον, και, κοίτα να δεις, είναι κοινός ο θάλαμος, χα, με αυτούς που έχουν σα πατρίδα το παρελθόν, πατρίδα, ωραία έννοια, απλή, κλείνεις τα μάτια σου και σε θάβουν στη πατρίδα, είναι κάπως ωραίο, ανούσιο όμως, δεν έχει όμως σημασία, δε το χαλάω, πατρίδα, είναι το μέρος σου, κάτι σα σημείο αναφοράς, μικρό είναι, στενό είναι, αλλά είναι δικό σου, και, χαίρεσαι κάτι να είναι δικό σου, ποιος ξέρει γιατί, και, σε λίγο θα πάρεις το δρόμο για το βουνό, και η πατρίδα θα είναι το βουνό, ή όχι, μήπως όχι, μήπως πατρίδα είναι εκείνο που αφήνεις πίσω φεύγοντας, στην αρχή του κόσμου δεν είχαμε πατρίδες, αλλά δεν έζησα την αρχή του κόσμου, τι γνώμη να έχω, πώς να το πω σωστά, δεν υπάρχει πατρίδα, αλλά είναι εκεί, ξημερώνει, βραδιάζει και είναι ακόμη εκεί, σαν τον αγνώριστο η ένα ποτήρι με φαρμάκι, τα βουνά είναι εκεί πάντα, δε ξέρω, δε πολυκαταλαβαίνω, ας μη χάσουμε το νόημα, εκείνου του οποίου θα βγει το συμπέρασμα γιατί συμπέρασμα δε θα βγει, και, λογικό, θα την πατήσουμε πάλι σαν πατριώτες, ίσως κι όχι, ποιος θέλει τέλος πάντων μια πατρίδα σαν τα μούτρα του, προσπαθώ να πω κάτι εδώ τώρα, δεν μπορώ να τσαλακώσω μια τσαλακωμένη εικόνα, το κορμί κάτω από το δέρμα είναι γερασμένο πάντα, από πάντα, τέλος πάντων, ίσως βγει πιο μετά, θα αρχίσει να ουρλιάζει, δεν τα μπορώ αυτά, δε ξέρω ποιος τα μπορεί τελικά, δεν είμαι φτιαγμένος από το υλικό που φτιάχνουν κουλ άτομα και κουλ συνειδήσεις, τώρα μιλάμε για τη ζωή μου και το πώς τη χαράμισα, ή, πως θα τη χαραμίσω, κρατάω σκορ, πρέπει να κρατάς σκορ σε κάτι τέτοια, αλλιώς δε ξέρεις, όχι πως έχει σημασία αλλά να, πάντα πρέπει να κάνεις κάτι ,είναι τρομερό, απλά κάποια στιγμή γίνεσαι κοινωνικά δυσλειτουργικός και τέλος, τέρμα, εκκένωση, το κορμί από μέσα σφυρίζει, τέλος πάντων είσαι 14 και μετά 41 και δεν έχω να πω κάτι εδώ, ο κόσμος περιφέρεται γύρω από το γελοίο άξονα του σα καρνάβαλος και, ύστερα, τίποτα, και τώρα τίποτα, και, τότε τίποτα.


Εκκένωση. Τέλος πάντων.

Thursday, May 6, 2010

stereo nova - το ταξίδι της φάλαινας

Ζεστό καλοκαίρι, κρατάς ακόμα
κίτρινο αέρα φυσάει ένα μεγάλο στόμα
απ' το ραδιόφωνο οι εκφωνητές ασκούν υπεροχή
ανασταίνουν και θάβουν χωρίς καμιά διακοπή
ασταμάτητα κανάλια τρώνε το μυαλό μας
έχουμε χάσει τόσα που δεν ξέρουμε τι είναι δικό μας
οι φτωχοί ξέρω πως είναι περισσότερο φτωχοί
κι οι πλούσιοι βαριούνται την τρελή τους ζωή
μέσα από έντυπα μας καλούν να ζήσουμε μια άλλη ζωή
μα είναι ζωή αυτή;
όταν μια οικογένεια ζει μ' ένα μισθό εκατό χιλιάδες
οι τύραννοι χαϊδεύουν κοιλιές μεγάλες
και δεν είναι μόνο αυτό, μας κυνηγούν χιλιάδες μάρκες
έξτρα φόροι, έξτρα Φ.Π.Α., έξτρα σκατά
κι ένας πόλεμος δίπλα μας που κανείς δεν τον σταματά
και κανείς δε διακινδυνεύει
η αγάπη μάς διαφεύγει
κι αντί γι' αυτό ψιθυρίζουμε διαφημίσεις
χρησιμοποιούμε το σεξ για ν' αποφύγουμε τις σχέσεις
κι απ' το ταξίδι της φάλαινας είμαστε τόσο μακριά
σ' ένα παιδικό τραγούδι το μυαλό μου ξυπνά
κι ακούω τα πλοία να διασχίζουν τις θάλασσες
είχα τόσα ωραία πράγματα κι εσύ μου τα χάλασες

Σαν κατεψυγμένα κρέατα πουλιούνται τα πρότυπα
ταυτιζόμαστε με ήρωες κι αλλάζουμε πρόσωπα
πολύ αργά καταλαβαίνουμε πως ήταν σα μια στύση που πέφτει
ένα εκατομμύριο στερεότυπα που δεν έχουν πια καμιά γεύση
με κάνουν ν' απορώ πώς στεκόμαστε αδιάφοροι στο ψέμα
γιατί χάνουμε χρόνο όταν μέσα μας τρέχει το αίμα
σαν οδοντόπαστες λιώνουμε μπροστά απ' την τηλεόραση
κοιτάμε εικόνες έχοντας χάσει την αρχική όραση
κοιτάζοντας τα ιδρωμένα πρόσωπα κάθε γλείφτη
καθαρίζουμε φρούτα για να διατηρούμε την αργή μας σήψη
καθαροί στρέιτ γιάπις διασχίζουν λεωφόρους
περήφανα στήνουν το μέλλον με δικούς τους όρους
σαν έξυπνοι βλάκες φέρνουν τη ντροπή της εκπαίδευσης
κι από μια περιστρεφόμενη θέση καμαρώνουν γι' αυτή τη δικαίωση
το 2000 η μόδα θα τους θέλει ντυμένους με δερμάτινα
πιο γυμνασμένους
να κυβερνούν κατώτερα όντα άτιμα
κι απ' το ταξίδι της φάλαινας είμαστε τόσο μακριά
σ' ένα παιδικό τραγούδι το μυαλό μου ξυπνά
κι ακούω τα πλοία να διασχίζουν τις θάλασσες
είχα τόσα ωραία πράγματα κι εσύ μου τα χάλασες

Στην πίστα του αεροδρομίου έχει νυχτώσει
ένα εκατομμύριο αστέρια φωτίζουν ό,τι μ' έχει πληγώσει
ένας φίλος μου απόψε εγκαταλείπει αυτή τη χώρα
κατά βάθος λυπάται μα δε βλέπει και την ώρα που η ζωή του θ' αλλάξει
όταν τ' αεροπλάνα πετάνε
η γη απλώνεται και οι άνθρωποι ξεχνάνε
είναι τρομέρο το θέαμα
η αίσθηση αυτή ότι πετάς
δεν έχω άλλη εκλογή
ένα κίτρινο ταξί περιμένει
φυσάει, θα χειμωνιάσει
δύο ώρες και ξημερώνει
συννεφιασμένη Κυριακή
πρώτη μέρα του χειμώνα
σκέφτομαι τους πιο σημαντικούς ανθρώπους αυτού του αιώνα
απ' το δεξί καθρεφτάκι ο κόσμος μένει πίσω
ποτέ δεν είχα τίποτα κι απόψε θέλω να σε φιλήσω
να μείνεις στα μάτια μου σαν άδειο τοπίο
να κάνουμε έρωτα στο αστεροσκοπείο
κουλουριασμένοι σα μπάλα να εκτοξευθούμε
μέχρι που ειρηνικά στο διάστημα να κοιμηθούμε
κι απ' το ταξίδι της φάλαινας είμαστε τόσο μακριά
σ' ένα παιδικό τραγούδι το μυαλό μου ξυπνά
κι ακούω τα πλοία να διασχίζουν τις θάλασσες
είχα τόσα ωραία πράγματα κι εσύ...

Friday, April 23, 2010

Σοφία 120 χρόνων απο τον Γιωργο Σουρή (1853-1919)


Κλέφτες φτωχοί και άρχοντες με άμαξες και άτια,
κλέφτες χωρίς μια πήχυ γη και κλέφτες με παλάτια,
ο ένας κλέβει όρνιθες και σκάφες για ψωμί
ο άλλος το έθνος σύσσωμο για πλούτη και τιμή.

Όλα σ’αυτή τη γη μασκαρευτήκαν
ονείρατα, ελπίδες και σκοποί,
οι μούρες μας μουτσούνες εγινήκαν
δεν ξέρομε τί λέγεται ντροπή.

Ο Έλληνας δυό δίκαια ασκεί πανελευθέρως,
συνέρχεσθαί τε και ουρείν εις όποιο θέλει μέρος.

Χαρά στους χασομέρηδες! χαρά στους αρλεκίνους!
σκλάβος ξανάσκυψε ο ρωμιός και δασκαλοκρατιέται.

Γι’ αυτό το κράτος, που τιμά τα ξέστρωτα γαϊδούρια,
σικτίρ στα χρόνια τα παλιά, σικτίρ και στα καινούργια!
Και των σοφών οι λόγοι θαρρώ πως είναι ψώρα,
πιστός εις ό,τι λέγει κανένας δεν εφάνη...
αυτός ο πλάνος κόσμος και πάντοτε και τώρα,
δεν κάνει ό,τι λέγει, δεν λέγει ό,τι κάνει.

Σουλούπι, μπόϊ, μικρομεσαίο,
ύφος του γόη, ψευτομοιραίο.
Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης,
λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης.
Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι,
κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.
Κι από προσπάππου κι από παππού
συγχρόνως μπούφος και αλεπού.
Και ψωμοτύρι και για καφέ
το «δε βαρυέσαι» κι «ωχ αδερφέ».
Ωσάν πολίτης, σκυφτός ραγιάς
σαν πιάσει πόστο: δερβέναγας.

Θέλει ακόμα -κι αυτό είναι ωραίο-
να παριστάνει τον ευρωπαίο.
Στα δυό φορώντας τα πόδια που’χει
στο ’να λουστρίνι, στ’αλλο τσαρούχι.

Πηγή: http://radar-gr.blogspot.com

Thursday, January 28, 2010

Wednesday, January 20, 2010

Saturday, January 2, 2010

Happy 2010






Thursday, December 10, 2009

Thursday, November 26, 2009

Flash (is) Back: Τσιφόρος Νίκος, Το Μεγάλο Παιδί Της Πιάτσας



Ο Νίκος Τσιφόρος ήτανε φαινόμενο για τα δρώμενα του ελληνικού κινηματογράφου της χρυσής εποχής (1950-1970). Τότε που οι εταιρείες του Φ. Φίνου και του Κ. Καραγιάννη μεσουρανούσαν με τις ταινίες τους, που σκορπίζανε το γέλιο και το δάκρυ στον διψασμένο Έλληνα. Ήτανε φαινόμενο, γιατί με το ευρηματικό του χιούμορ κατάφερνε να σκαρώνει αυθεντικά κείμενα και να σατυρίζει τα κακώς κείμενα της Αθηναϊκής κοινωνίας της εποχής. Πλήθος ταινιών, δημοσιευμάτων και βιβλίων, φέρνουνε τον αθάνατον αυτό χιουμορίστα στις πρώτες σειρές της ελληνικής λογοτεχνίας.
Tο ταλέντο του δεν μπορούσε να χωρέσει στη διάρκεια μιας ταινίας ή στις σελίδες ενός βιβλίου. Επεκτεινόταν ως εκεί που φτάνει η φαντασία και το χιούμορ. Συχνά αυτό το χιούμορ κι αυτή η φαντασία δεν είχαν όρια. Ευτυχώς δεν είχαν όρια, για να κάνουν εμάς, τους απλούς θνητούς να γελάμε με τα καμώματα όσων διακωμώδησε. Κάποιος κριτικός τον χαρακτήρησε "ευφυολόγο" κι όχι άδικα. Ήτανε πάντα ετοιμόλογος, πάντα σκόρπαγε τ' αστεία του παντού, αστεία που του έρχονταν αυθόρμητα κείνη τη στιγμή χωρίς να 'ναι προμελετημένα.
Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1911, από εύπορους Έλληνες γονείς -Ο πατέρας του είχεν επιχειρήσεις εκεί και προερχόταν από παλιά ιστορική οικογένεια της Λίμνης, με ιδιόκτητη τη μητρόπολη Αγία 'Αννα, Παναγιά- και δυο χρόνια αργότερα η οικογένεια εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα. Από τα 11 του χρόνια, άρχισε ν' ασχολείται μανιωδώς με το γράψιμο, ενώ τη πρώτη του επιθεώρηση την έγραψε το 1928 για ένα θερινό θέατρο στη Φρεαττύδα. Η πρώτη του αυτή προσπάθεια απέτυχε αλλά δεν απογοητεύτηκε. Μετά τη στοιχειώδη του εκπαίδευση, σπούδασε Νομικά και Πολιτικές Επιστήμες κι άσκησε για λίγο το επάγγελμα του δικηγόρου, εργάστηκε για δυο χρόνια στο Ελεγκτικό Συνέδριο και στη συνέχεια παραιτήθηκε για να μπαρκάρει στα καράβια. Ως το 1939 άλλαζε συνέχεια επαγγέλματα, αλλά συνέχιζε να γράφει δημοσιεύοντας κείμενά του σε διάφορα έντυπα. Ήταν όπως ισχυριζόταν, έξω από πολιτικά, μα βρέθηκε το 1937 φακελωμένος επί Μεταξά. Τα επόμενα χρόνια συνεργάστηκε με διάφορε εφημερίδες (Φιλελεύθερος, Βήμα, Ελεύθερος Κόσμος) και περιοδικά (Τραστ, Ρομάντσο, Ταχυδρόμος, Πάνθεον), ενώ έγραψε πάνω από 40 θεατρικά έργα και περισσότερα από 80 σενάρια. Κάποια απ' αυτά τα 'γραψε μόνος του κι άλλα σε συνεργασία, κυρίως με τον Πολύβιο Βασιλειάδη -με τον οποίο δημιούργησαν ένα από τα πιο σημαντικά δίδυμα θεατρικών συγγραφέων.
Ένας από τους πιο εξαίρετους δημοσιογράφους, θεατρικούς συγγραφείς, σεναριογράφους αλλά και σκηνοθέτες, με μεγάλο θεατρικό, συγγραφικό και κινηματογραφικό έργο, χαρακτηρίζεται από χιούμορ, με ανελέητο σαρκασμό κι ειρωνεία ενάντια στην αυταρχικότητα και στο δεσποτισμό. Όμως υπήρξε κι υπερασπιστής του λούμπεν προλεταριάτου κι αναδεικνύει από τα "Παιδιά Της Πιάτσας" ότι το περιθώριο της εποχής έχει πολύ μεγαλύτερο πλούτο συναισθημάτων από τους νεόπλουτους μικροαστούς τους οποίους καταστηλιτεύει.
Το πρώτο του επιτυχημένο θεατρικό το 'γραψε στα χρόνια της Κατοχής. Ήτανε το 1944, όταν ο θίασος του Δημήτρη Χορν και της Μαίρης Αρώνη αποφάσισε να ανεβάσει στο θέατρο Ακροπόλ το θεατρικό έργο του, «Η Πινακοθήκη Των Ηλιθίων» που αμέσως γνώρισε επιτυχία, όπως άλλωστε όλα σχεδόν τα θεατρικά του έργα από κει και μετά, πολλά από τα οποία αποτελούσαν συνεργασίες με τον Πολύβιο Βασιλειάδη. 4 χρόνια μετά, τη περίοδο 1948-49, έκανε και τη πρώτη του ταινία, που προβλήθηκε με τίτλο «Τελευταία Αποστολή», σε σενάριο και σκηνοθεσία δική του. 'Αλλα θεατρικά και ταινίες του ήταν: «Ο Κύριος Που Ξέρει Τις Γυναίκες», «S.O.S. Μιντανάο», «Γάντι & Σαρδέλα», «Ο Καλός Μας 'Αγγελος», «Η Κυρία Του Κυρίου», «Ο Χρυσός Κι Ο Τενεκές», «Το Κοροϊδάκι Της Δεσποινίδος», «Ο Τελευταίος Τίμιος», «Το Έξυπνο Πουλί», «Ο Κλέαρχος, Η Μαρίνα Κι Ο Κοντός», «Οι Γαμπροί Της Ευτυχίας», «Αγάπη Μου Παλιόγρια», «Η Ωραία Των Αθηνών», «Ο Θησαυρός Του Μακαρίτη», «Έλα Στο Θείο», «Αχ! Αυτή Η Γυναίκα Μου» κ.ά.
Πολλά θεατρικά του έργα μεταφέρθηκαν και στη μεγάλη οθόνη από άλλους σκηνοθέτες, ενώ ο ίδιος κατά τη διάρκεια της καρποφόρας σκηνοθετικής του σταδιοδρομίας έγραφε αυθεντικά κινηματογραφικά σενάρια ξεκινώντας από τα στούντιο της ΦΙΝΟΣ ΦΙΛΜ. Έγραψε επίσης πολλά ευθυμογραφήματα σε περιοδικά κι εφημερίδες καθώς και ραδιοφωνικά κείμενα. Γνώρισε μεγάλη επιτυχία κι ως πεζογράφος, διακρινόμενος για το ευρηματικό του χιούμορ και την ικανότητά του στην σατιρική απόδοση ιστορικών γεγονότων. Έργα του όπως «Τα Παιδιά Της Πιάτσας», «Τα Παλιόπαιδα Τα Ατίθασα», «Εμείς Κι Οι Φράγκοι», «Σταυροφορίες» κλπ. συναντούν φανατικούς αναγνώστες σε κάθε εποχή. 'Αλλα βιβλία του: «Ελληνική Μυθολογία», «Ρεμάλια Ήρωες», «Ιστορία Της Αγγλίας», «Βιβλικά Χαμόγελα», «Παραμύθια Πίσω Απ' Τα Κάγκελα», «Μίλων Φιρίκης», «Όμορφη Θεσσαλονίκη» κ. ά.
Συχνά επισκεπτόταν τη Λίμνη, όπου στο καφενέ του Γρίσπου έδινε σκακιστικές μάχες. Πέθανε στην Αθήνα κατά τη διάρκεια της χούντας το 1970 κι από τον Οκτώβρη του 1995 τα οστά του μεταφέρθηκαν στο οικογενειακό του εκκλησάκι στη Λίμνη. Θεωρείται λησμονημένος και παραμελημένος νεοέλληνας λογοτέχνης, σε σχέση με τη μεγάλη του προσφορά στα γράμματα του τόπου.

Source: http://www.peri-grafis.com/ergo.php?id=1057

Friday, November 13, 2009

Diogenes on Death



Diogenes was asked, "What is the difference between life and death?

"No difference."

"Well then, why do you remain in this life?"

"Because there is no difference."

Tuesday, November 10, 2009

Η χρήση του ρήματος γαμώ

Δρόμοι
ΡΟΥΣΣΟΣ ΒΡΑΝΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: 31 Ιουλίου 2002

... δικαστήριο της Αυστραλίας αποφάσισε ότι η χρήση της λέξης «γαμώ» από αστυνομικό προς γυναίκα υφισταμένη του δεν ήταν προσβλητική. Οι επίμαχες φράσεις του αρχιφύλακα ήταν οι εξής: «Αστυφύλακα, έλα εδώ, ρε γαμώτο! Γιατί τα γαμημένα τα μηνύματα δεν είναι πάνω στο γραφείο μου; Δεν με νοιάζει τι θα κάνεις, ρε γαμώτο, τα θέλω τώρα!». Σύμφωνα με το σκεπτικό του δικαστηρίου, το οποίο αναλύει ο Αυστραλός δικηγόρος Τζούλιαν Μπερνσάιντ, που έχει και γλωσσικές ανησυχίες, «ο αρχιφύλακας Άντερσον συνηθίζει να χρησιμοποιεί τη λέξη "γαμώ" ή τα παράγωγά της - το ίδιο και οι υπόλοιποι στο αστυνομικό τμήμα, ακόμη και η ίδια η αστυφύλακας Κόβιν - και είναι κάτι που ανήκει στη γενικότερη "αστυνομική κουλτούρα"».
Μια ενδιαφέρουσα...

... λέξη είναι η λέξη «γαμώ», λέει ο Μπερνσάιντ. Έχει πολλές αρετές: συντομία, προσαρμοστικότητα, εκφραστικότητα και καθολική αναγνωρισιμότητα. Το κακό είναι ότι έχει ελάχιστα ευγενικά συνώνυμα. Τα περισσότερα από αυτά, με τη σεξουαλική σημασία τους, παραπέμπουν κυρίως στη ζωολογία. Έτσι, όποτε θέλουμε να αναφερθούμε στη δραστηριότητα που περιγράφει το ρήμα «γαμώ», χωρίς παράλληλα να διατρέξουμε τον κίνδυνο να βρεθούμε στις κοινωνικές παρυφές, αναγκαζόμαστε να καταφεύγουμε σε περιφράσεις: κάνουμε έρωτα, κοιμόμαστε (;) με κάποιον, συνάπτουμε σεξουαλικές σχέσεις, αλλά τίποτα από όλα αυτά δεν μοιάζει να διαθέτει την εκφραστική δύναμη που έχει το δισύλλαβο ρήμα. Ίσως σε αυτή τη δύναμη οφείλει το ότι εξορίστηκε από τα λεξικά των περασμένων αιώνων μέχρι το 1960, όταν η δίκη της Λαίδης Τσάτερλι το απελευθέρωσε από τα γκουλάγκ των καταδικασμένων λέξεων.
Για την εξορία...
Your browser may not support display of this image.

... της λέξης «γαμώ» από το λεξιλόγιό μας θα πρέπει να ανατρέξουμε στις ιδέες του Τζορτζ Όργουελ, που έχει γράψει για τη χρήση της γλώσσας ως εργαλείου ελέγχου της σκέψης. Όταν η σκέψη αμαρτάνει, η γλώσσα προσπαθεί να το κρύψει. Έτσι, ανάμεσα στον ευγενικό λόγο και την απαγορευμένη λέξη, η καθωσπρέπει κοινωνία βρήκε ένα σωρό ενδιάμεσους τρόπους για να πει αυτό που κάνουν όλοι: παίζουμε τη μαμά με τον μπαμπά, παίζουμε τον γιατρό, κάνουμε μωρό, βολεύουμε, «κανονίζουμε». Όσο πιο χιουμοριστικό είναι το συνώνυμο, τόσο πιο εύκολα γίνεται αποδεκτό (φωτ. χιουμοριστικό μπλουζάκι: «Γαμάω στο πρώτο ραντεβού»).
Ως λήμμα...

... στο λεξικό, λέει ο Μπερνσάιντ, το ρήμα «γαμώ» είναι μια πολύ καλή, ρωμαλέα, ευέλικτη και περιγραφική λέξη. Ίσως, μάλιστα, εάν οι άνθρωποι, που κάνουν σπονδές στις κοινωνικές συμβάσεις, καταλάβουν κάποτε ότι το σεξ είναι και αυτό ένα «νόμιμο» μέρος της ανθρώπινης ύπαρξης, τότε δεν αποκλείεται η λέξη «γαμώ» να γίνει αποδεκτή και στην καθωσπρέπει γλώσσα. Άλλωστε, εξέφρασε κάποτε την ψυχική ανάταση ενός ολόκληρου λαού, στη φράση «Για την Ελλάδα, ρε γαμώ το!».

Jesus -is sick of us-

Wednesday, September 23, 2009

Monday, September 14, 2009

Sunday, September 6, 2009

Retina



I photographed my grandfathers camera.I find it beautiful..cause its not plastic and the design is simple.

Out by the Open

inside

Blue monster



Restless , inpatient , greedy blues monster

Sunday, August 16, 2009