Friday, May 29, 2009
Thursday, May 21, 2009
Sunday, May 17, 2009
Saturday, May 16, 2009
Cinemust: Monster or hero? Biopic of French gangster leaves filmgoers to decide

He was known as France's public enemy No 1, a pathologically violent gangster who claimed to have killed 43 people and staged a jailbreak from every prison he was sent to. He was also "the man with 1,000 faces" who wore three wigs at the same time for easy disguises, and the "French Robin Hood" who waged a war against big business by holding up banks.
Since he was killed in a hail of police bullets in 1979, Jacques Mesrine has been elevated to the status of legend both by his detractors - to whom he was a monster - and his fans, to whom he was a misunderstood hero battling the establishment on behalf of the masses.
Now, for the first time since his death, France is trying to understand the reality of the criminal who divided society and drove police to distraction. The life of the Parisian super-criminal is to be retold in an epic two-part biopic, the first tranche of which opened in French cinemas yesterday to widespread critical acclaim and not a little controversy.

The aim of the double showing was to reveal the "light and shade" of a man whose character has been polarised beyond all recognition, according to the director, Jean-François Richet.
"For one half of the population he was a killer; for the other half he was Robin Hood," he told VSD magazine. "He was neither. We wanted to portray the grey areas of Mesrine."
Retracing the steps of the protagonist through his first ventures in the criminal underworld to his Bonnie and Clyde-esque escape to Canada with his lover, Mesrine: L'Instinct de mort is described as an unflinching depiction of a man at the edges of psychological stability. While refusing to glorify the violence, Richet said he wanted the film to pick up on the softer side to Mesrine's character, in particular his wit and "sense of honour".
That partial rehabilitation has raised eyebrows, however, among those who remember the lurid headlines of Mesrine's life.
A charismatic, immaculately dressed criminal who often carried out multiple bank robberies in the course of one day and who once held-up a casino days after escaping from France's most high-security prison, he was also allegedly involved in so many murders and near-murders that most believe he deserves his negative image.
But his family, who have always claimed Mesrine's eventual killing in a police ambush was little short of a state-sanctioned assassination, have welcomed the portrayal. His son, Bruno Mesrine, told Paris Match: "He was violent like any gangster can be, but that was only one of his character traits. In everyday life he was convivial. He loved kids, bouncing them on his knees."

Whatever the arguments surrounding its factual basis, the film has received almost unified praise as a work of art. Based on an autobiographical manuscript written by Mesrine from one of his many prison cells, it has been greeted by some critics as a French version of Al Pacino's gangster classic Scarface.
Vincent Cassel, the actor who rose to fame in La Haine, said he tried to play Mesrine in a way that would leave the audience free to make up their own minds. "He's still an enigma," he told Le Figaro newspaper. "So we tried to present a study of his character that doesn't force the public to choose one interpretation over another. Was he an anti-establishment icon? Or just a shameless gangster who got the ending he deserved?"
The second film of the biopic, entitled Mesrine: Ennemi public No 1, is due for French release on November 19.

Backstory
Jacques Mesrine was famous for his jailbreaks. In 1969 he and his girlfriend broke out of a Quebec prison armed with a sharpened mug handle. During a second spell in a Montreal jail he cut the fence with pliers. In 1973 he was sent to France's highest-security jail, La Santé, from which no one had ever escaped. He held a trial judge at gunpoint to get away. In 1978, back in La Santé, he locked up his guards, stole their uniforms and climbed down a ladder out of a window.
Article by Guardian on Thursday 23 October 2008
Wednesday, May 13, 2009
Tuesday, May 12, 2009
The Tibetan Book of The Dead...or how the dead live

Sunday, May 10, 2009
Thursday, May 7, 2009
Wednesday, May 6, 2009
Queens Day: The Best Party in The World.
Λεωφορεία
Λεωφορείο (ένα)
Ξανάδα το λεωφορείο.
Ήταν το ίδιο λεωφορείο, ίδιος ο οδηγός, ίδια λάστιχα, ίδιες διαφημίσεις,
"δεν πιστεύω να με ξέχασες ε;".
Στην ίδια θέση πάλι, εισητήριο παλιό στο χέρι, ισχύει δεν ισχύει και τι ισχύει.
Στον σταθμό με πλησίασε μια γρια που πουλούσε ακουστικά βαρυκοίας.
Έμεινα να σκέφτομαι γιατί πλησίασε εμένα και έμεινε να σκέφτεται γιατί δεν τα αγόρασα.
Δεν μπορούσα να της εξηγήσω γιατί δεν τα χρειάζομαι και πως ακόμη και να τα χρειαζόμουν δεν θα τα ήθελα.
"Γιατί;" με ρώτησε το παιδάκι στο διπλανό κάθισμα που διάβαζε τις σκέψεις μου.
"Γιατί", του είπα, "ορίστε, διαβάζεις τις σκέψεις, τι να τα κάνεις τα ακουστικά βαρυκοίας;",
χαμογέλασε και συνέχισε να παίζει με έναν κύβο του ρούμπικ που τον διέλυε και τον ξανασυναρμολογούσε πάντα λάθος.
"Αχρωματοψία έχεις;" ρώτησα για να συνεχίσω την συζήτηση.
"Όχι ακριβώς, απλά τα βλέπω όλα ασπρόμαυρα" είπε και συνέχισε με τον κύβο.
"Τότε γιατί ασχολείσαι;",
"Μπορεί να σταθώ τυχερός" είπε.
Φορούσε ίδια παπούτσια το ένα πράσινο και το άλλο γαλάζιο, αλλά δεν του το είπα.
"Ωραία".
"Με νευριάζει όταν οι γονείς μου παίρνουν τα ίδια παπούτσια, τα μπερδεύω",
"πες τους το",
"τους το λέω αλλά μπερδεύονται κι αυτοί, βλέπεις αυτοί τα βλέπουν όλα ίδια,δεν καταλαβαίνουν διαφορά και τυχαίνει να μου αγοράζουν ίδια παπούτσια καμιά φορά",
"και δεν μπερδεύεστε γενικώς;",
"μπα, συνηθίσαμε...εσύ γιατί έχεις παλιό εισητήριο;"
"είχα ξεχαστεί",
"συμβαίνει συχνά, κι εγώ έχω ξεχάσει πολλά κι όσο περνάει ο καιρός ξεχνάω περισσότερα, έτσι έχασα τα χρώματα αρχικά",
"τι άλλο έχεις ξεχάσει;",
"δεν θυμάμαι βλέπεις, είναι πολλά αυτά που δεν πρέπει να ξεχάσω αλλά δεν θυμάμαι",
"καταλαβαίνω",
"εσύ θυμάσαι;",
και με αυτήν την ερώτησή του με έφερε σε αδιέξοδο για το τι έπρεπε να θυμάμαι που δεν θυμάμαι.
"νομίζω ναι",
"νομίζεις; στο σχολείο δεν αρέσει στους δασκάλους να αρχίζουμε απάντηση με το νομίζω",
"σαν πολλά δεν ξέρεις;",
"όχι αφού σου είπα ξεχνάω",
"τι σου έρχεται πρώτο στο μυαλό όταν θες να θυμηθείς;",
"οι σκέψεις των άλλων",
"οι δικές σου που είναι;",
"οι δικές μου έρχονται μετά, αν μ' αφήσουν οι άλλοι, αν προλάβω και δεν τις ξεχάσω",
"δεν μπορεις να μην τις ακούς;",
"μα δεν έχεις καταλάβει ακόμη; με προορίζουν για ανακυκλωτή",
"ανακυκλωτή;",
"δεν μ' αρέσει αλλά δεν με βοηθά κανείς"
"μόνος σου δεν μπορεις;",
"δεν θυμάμαι πως",
"σταμάτα να τους ακούς",
και κάπου εκεί σταμάτησε να μου μιλάει,
κοίταξα έξω από το παράθυρο και είδα την ίδια γρια σε άλλη πόλη να μοιράζει ακουστικά βαρυκοίας.
Όταν γύρισα το παιδάκι είχε εξαφανιστεί και είχε μείνει στο κάθισμα ο κύβος έτοιμος με τα σωστά χρώματα σε κάθε πλευρά, δίστασα λίγο αλλά τον πήρα και τον έβαλα στην τσέπη.
Πέρασε και ο ελεγκτής και αφού είδε το παλιό εισητήριο με πέταξε από το λεωφορείο.
"την άλλη φορά", σκέφτηκα.
Λεωφορείο(δύο)
Ξανάδα το λεωφορείο.
Ήταν το ίδιο λεωφορείο, ίδιος ο οδηγός, ίδια λάστιχα, ίδιες διαφημίσεις,
"δεν πιστεύω να με ξέχασες ε;".
Στην ίδια θέση πάλι, εισητήριο παλιό στο χέρι, ισχύει δεν ισχύει και τι ισχύει.
Στον σταθμό με πλησίασε μια γρια που πουλούσε ακουστικά βαρυκοίας.
Έμεινα να σκέφτομαι γιατί πλησίασε εμένα και έμεινε να σκέφτεται γιατί δεν τα αγόρασα.
Δεν μπορούσα να της εξηγήσω γιατί δεν τα χρειάζομαι και πως ακόμη και να τα χρειαζόμουν δεν θα τα ήθελα.
"Γιατί;" με ρώτησε το παιδάκι στο διπλανό κάθισμα που διάβαζε τις σκέψεις μου.
"Γιατί", του είπα, "ορίστε, διαβάζεις τις σκέψεις, τι να τα κάνεις τα ακουστικά βαρυκοίας;",
με κοίταξε και συνέχισε να παίζει με μια χειροβομβίδα, το δάχτυλό του έπαιζε νευρικά με την περόνη.
"Παιχνίδια δεν έχεις;" ρώτησα για να συνεχίσω την συζήτηση.
"Όχι ακριβώς, απλά τα βλέπω όλα ασπρόμαυρα" είπε και συνέχισε.
"Τότε γιατί ασχολείσαι;",
"Μπορεί να σταθώ τυχερός" είπε.
Δεν φορούσε παπούτσια, μόνο ένα παντελονάκι και ένα μπλουζάκι με το λογότυπο μιας εταιρείας ελαφρώς ταλαιπωρημένο, αναρωτήθηκα για τους γονείς του αλλά δεν του το είπα.
"Ωραία".
"Με νευριάζει όταν κάποιοι παριστάνουν τους γονείς μου",
"πες τους το",
"τους το λέω αλλά μπερδεύονται κι αυτοί, βλέπεις αυτοί νομίζουν ότι με βοηθούν, εγώ ξέρω ότι δεν μπορούν αλλά εγώ είμαι ένα παιδί μόνο, δεν με ακούνε, έτσι κατέληξα με το μπλουζάκι, δεν λέω, τουλάχιστον φοράω κάτι αλλά δεν νομίζω ότι αρκεί",
"και οι φίλοι σου τα ίδια λένε;",
"ναι αλλά, συνηθίσαμε...εσύ γιατί έχεις παλιό εισητήριο;"
"είχα ξεχαστεί",
"συμβαίνει συχνά, εγώ δεν μπορώ να ξεχάσω τίποτα",
"δεν μπορεις να ξεχάσεις;",
"απλά συμβαίνουν πάντα τα ίδια και τα θυμάμαι...τα μαθαίνω, για αυτό δεν ξεχνώ",
"καταλαβαίνω",
"εσύ θυμάσαι;",
και με αυτήν την ερώτησή του με έφερε σε αδιέξοδο για το τι έπρεπε να θυμάμαι.
"νομίζω ναι",
"νομίζεις; μάλλον δεν είσαι από εδώ",
"σαν πολλά δεν ξέρεις;",
"ίσως, αλλά δεν θέλεις να τα ακούσεις",
"τι σου έρχεται πρώτο στο μυαλό όταν θες να μιλήσεις;",
"οι σκέψεις των νεκρών",
"οι δικές σου που είναι;",
"δικές μου είναι κι αυτές, δεν γίνεται να μην είναι δικές μου",
"δεν μπορεις να μην τις προσέχεις;",
"μα δεν έχεις καταλάβει ακόμη; με προορίζουν για νεκρό",
"νεκρό;",
"δεν μ' αρέσει αλλά δεν με βοηθά κανείς"
"αφού δεν θέλεις να σε βοηθούν",
"δεν με βοηθούν σωστά",
"εγώ πως να βοηθήσω;",
"απλά να με θυμάσαι"
και κάπου εκεί σταμάτησε να μου μιλάει,
κοίταξα έξω από το παράθυρο και είδα μια βομβαρδισμένη πόλη και την γριά να ψάχνει στα χαλάσματα.
Όταν γύρισα το παιδάκι είχε εξαφανιστεί και είχε μείνει στο κάθισμα η χειροβομβίδα χωρίς την περόνη, γέλασα τόσο δυνατά που ούτε άκουσα τον κρότο.
Την άλλη στιγμή ήμουν ένα παιδάκι χωρίς παπούτσια, με μια χειροβομβίδα στο χέρι μέσα σε χαλάσματα και θυμόμουν.
"την άλλη φορά", σκέφτηκα.
Tuesday, May 5, 2009
Saturday, May 2, 2009
Tuesday, April 28, 2009
Monday, April 27, 2009
Cine-must: It's all gone (for) Pete Tong but thank fuck, Berlin('s) Calling...

UK film productions always had the upper hand in portraying the
contemporary clubbing scene on the big screen. Much of what is known
to define this movement has happened in the island so they have a big
share of the pie on that. It's all gone Pete Tong, (Trainspoting),
Human Traffic, 24 Hour Party People, and a bunch of other smaller
productions drew quite some attention in recent years. However the
truth remains that Germans had the final say on how electronic music
should sound like. They pointed new directions of soundscapes to be
explored when everybody was trying capitalise on what was musically
booming / mainstream. Berlin Calling is a German production that
accounts the current trends and turn offs of a life as an
internationally known DJ. It's not referring back to the history of
electronic music but instead it gives us a glimpse of what is happening
right now. It does so pretty well I think. Have a look for yourselves.
Sunday, April 26, 2009
για πες..
Αν μπορεί και δεν θέλει τότε είναι μοχθηρός.
Αν και θέλει και μπορεί τότε γιατί υπάρχει το Κακό;
Αν ούτε θέλέι ούτε μπορεί τότε για τον λέμε “Θεό”;
ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ
Saturday, April 25, 2009
Flash (is) Back: Ας μιλήσουμε για Ιστορία… (Α’ – Βασίλης Ραφαηλίδης)
«Η Ελλάδα ως κράτος», λέει ο Γεράσιμος Κακλαμάνης, «ήταν εξαρχής ο Λίβανος των Βαλκανίων». Δηλαδή ένα κράτος εθνικής σκοτοδίνης, χωρίς κανέναν φορέα εθνικής υπάρξεως. Μια απλή ματιά στα κατά καιρούς ελληνικά συντάγματα, λέει ο Κακλαμάνης είναι ικανή για να δείξει την εξ αρχής έλλεχη θεμελίων αυτού του κράτους. Το πρώτο σύνταγμα της Επιδαύρου ορίζει σαν φορέα του κράτους την θρησκεία, πράγμα που γίνεται από ανάγκη διότι αυτοί που πολέμησαν τους Τούρκους δεν είχαν τίποτα άλλο κοινό πέρα της θρησκείας, που δίκαια, συνεπώς, απόχτησε την σημασία που έχει πάντα στην ελληνική διοίκηση.
Στην παράγραφο 2 του συντάγματος της Επιδαύρου δίνεται ο ορισμός του Έλληνα: "Έλληνες είναι όσοι αυτόχθονες πιστεύουσιν εις Χριστόν".
Πιο τρελός ορισμός δεν θα μπορούσε να υπάρξει, Δηλαδή, αν κάποιος δεν πιστεύει στον Χριστό (προσοχή, το Σύνταγμα δεν λέει στον Θεό) δεν θα ήταν δυνατό να είναι Έλληνας;
Ναι, δεν θα ήταν, ούτε και σήμερα είναι εν πολλοίς δυνατό να είναι Έλληνας. Όμως, ποιος είδε ποτέ την πίστη και την μέτρησε; ρωτάει ο Κακλαμάνης με το διαβρωτικό επτανησιακό του χιούμορ.
Ποιος είναι δυνατό να ξέρει αν εγώ, για παράδειγμα, πιστεύω ή δεν πιστεύω στον Χριστό;
Κι αν εγώ δεν πιστεύω, πράγμα που είναι δικαίωμα μου, αφού η θρησκεία είναι πρόβλημα συνείδησης, τι θα απογίνω, θα με διώξουν από την Ελλάδα ως μη νομιμοποιούμενο συνταγματικώς ως έλληνα;
Ήταν η θρησκεία κριτήριο εθνικής υπάρξεως, ύστερα από τεσσάρων αιώνων συμβίωση του χριστιανισμού με μια συγγενή θρησκεία, τον μωαμεθανισμό, τον οποίο είχε αποδεχτεί το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της δυτικής Ελλάδας;
Τι απέγιναν οι Έλληνες, που έτυχε να είναι Μουσουλμάνοι;
Μα, θεωρήθηκαν Τούρκοι, και εκδιώχθηκαν στην Τουρκία με την ανταλλαγή πληθυσμών, που έγινε βάσει κυρίως του θρησκεύματος.
Και γιατί δυστροπούμε που θεωρούν Τούρκους τους εαυτούς τους οι Μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης, που είναι Έλληνες μουσουλμανικού θρησκεύματος;
Το σύνταγμα της Επιδαύρου δεν είναι αυτό που λανσάρει την εξίσωση "πας χριστιανός, Έλλην" και συνεπώς "πάς μουσουλμάνος, Τούρκος";
Και το ερώτημα επικρέμαται: Γιατί το πρώτο Ελληνικό σύνταγμα της Επιδαύρου υποχρεώνεται να ορίσει την εθνικότητα μόνο βάσει ενός συνειδησιακού προβλήματος, της θρησκείας;
Μα, διότι αναγνωρίζει πως όλοι όσοι πήραν μέρος στον αγώνα κατά των Τούρκων ήταν μεν όλοι Χριστιανοί, , δεν ήταν όμως όλοι Έλληνες. Ήταν και φτωχοί Τούρκοι, και Αρβανίτες, και Βλάχοι, και Σλάβοι, και Πομάκοι, και Γύφτοι - και ότι θες."
Βασίλη Ραφαηλίδη "Ιστορία του Νεοελληνικού κράτους" (1993, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου)
Thursday, April 23, 2009
Κ.Καβάφης Μύρης-· Aλεξάνδρεια του 340 μ.X.
When I heard the terrible news, that Myris was dead,
I went to his house, although I avoid
going to the houses of Christians,
especially during times of mourning or festivity.
I stood in the corridor. I didn’t want
to go further inside because I noticed
that the relatives of the deceased looked at me
with obvious surprise and displeasure.
They had him in a large room,
and from the corner where I stood
I could catch a glimpse of it: all precious carpets,
and vessels in silver and gold.
I stood and wept in a corner of the corridor.
And I thought how our parties and excursions
would no longer be worthwhile without Myris;
and I thought how I’d no longer see him
at our wonderfully indecent night-long sessions
enjoying himself, laughing, and reciting verses
with his perfect feel for Greek rhythm;
and I thought how I’d lost forever
his beauty, lost forever
the young man I’d worshipped so passionately.
Some old women close to me were talking with lowered voices
about the last day he lived:
the name of Christ constantly on his lips,
his hand holding a cross.
Then four Christian priests
came into the room, and said prayers
fervently, and orisons to Jesus,
or to Mary (I’m not very familiar with their religion).
We’d known, of course, that Myris was a Christian,
known it from the very start,
when he first joined our group the year before last.
But he lived exactly as we did.
More devoted to pleasure than all of us,
he scattered his money lavishly on amusements.
Not caring what anyone thought of him,
he threw himself eagerly into night-time scuffles
when our group happened to clash
with some rival group in the street.
He never spoke about his religion.
And once we even told him
that we’d take him with us to the Serapeion.
But—I remember now—
he didn’t seem to like this joke of ours.
And yes, now I recall two other incidents.
When we made libations to Poseidon,
he drew himself back from our circle and looked elsewhere.
And when one of us in his fervor said:
“May all of us be favored and protected
by the great, the sublime Apollo”—
Myris, unheard by the others, whispered: “not counting me.”
The Christian priests were praying loudly
for the young man’s soul.
I noticed with how much diligence,
how much intense concern
for the forms of their religion, they were preparing
everything for the Christian funeral.
And suddenly an odd sensation
took hold of me. Indefinably I felt
as if Myris were going from me;
I felt that he, a Christian, was united
with his own people and that I was becoming
a stranger, a total stranger. I even felt
a doubt come over me: that I’d also been deceived by my passion
and had always been a stranger to him.
I rushed out of their horrible house,
rushed away before my memory of Myris
could be captured, could be perverted by their Christianity.
Την συμφορά όταν έμαθα, που ο Μύρης πέθανε,
πήγα στο σπίτι του, μ' όλο που το αποφεύγω
να εισέρχομαι στων Χριστιανών τα σπίτια,
προ πάντων όταν έχουν θλίψεις ή γιορτές.
Στάθηκα σε διάδρομο. Δεν θέλησα
να προχωρήσω πιο εντός, γιατί αντελήφθην
που οι συγγενείς του πεθαμένου μ’ έβλεπαν
με προφανή απορίαν και με δυσαρέσκεια.
Τον είχανε σε μια μεγάλη κάμαρη
που από την άκρην όπου στάθηκα
είδα κομμάτι· όλο τάπητες πολύτιμοι,
και σκεύη εξ αργύρου και χρυσού.
Στέκομουν κ’ έκλαια σε μια άκρη του διαδρόμου.
Και σκέπτομουν που η συγκεντρώσεις μας κ’ η εκδρομές
χωρίς τον Μύρη δεν θ' αξίζουν πια·
και σκέπτομουν που πια δεν θα τον δω
στα ωραία κι άσεμνα ξενύχτια μας
να χαίρεται, και να γελά, και ν’ απαγγέλλει στίχους
με την τελεία του αίσθησι του ελληνικού ρυθμού·
και σκέπτομουν που έχασα για πάντα
την εμορφιά του, που έχασα για πάντα
τον νέον που λάτρευα παράφορα.
Κάτι γρηές, κοντά μου, χαμηλά μιλούσαν για
την τελευταία μέρα που έζησε—
στα χείλη του διαρκώς τ’ όνομα του Χριστού,
στα χέρια του βαστούσ’ έναν σταυρό.—
Μπήκαν κατόπι μες στην κάμαρη
τέσσαρες Χριστιανοί ιερείς, κ’ έλεγαν προσευχές
ενθέρμως και δεήσεις στον Ιησούν,
ή στην Μαρίαν (δεν ξέρω την θρησκεία τους καλά).
Γνωρίζαμε, βεβαίως, που ο Μύρης ήταν Χριστιανός.
Aπό την πρώτην ώρα το γνωρίζαμε, όταν
πρόπερσι στην παρέα μας είχε μπει.
Μα ζούσεν απολύτως σαν κ’ εμάς.
Aπ’ όλους μας πιο έκδοτος στες ηδονές·
σκορπώντας αφειδώς το χρήμα του στες διασκεδάσεις.
Για την υπόληψι του κόσμου ξένοιαστος,
ρίχνονταν πρόθυμα σε νύχτιες ρήξεις στες οδούς
όταν ετύχαινε η παρέα μας
να συναντήσει αντίθετη παρέα.
Ποτέ για την θρησκεία του δεν μιλούσε.
Μάλιστα μια φορά τον είπαμε
πως θα τον πάρουμε μαζύ μας στο Σεράπιον.
Όμως σαν να δυσαρεστήθηκε
μ’ αυτόν μας τον αστεϊσμό: θυμούμαι τώρα.
A κι άλλες δυο φορές τώρα στον νου μου έρχονται.
Όταν στον Ποσειδώνα κάμναμε σπονδές,
τραβήχθηκε απ’ τον κύκλο μας, κ’ έστρεψε αλλού το βλέμμα.
Όταν ενθουσιασμένος ένας μας
είπεν, Η συντροφιά μας νάναι υπό
την εύνοιαν και την προστασίαν του μεγάλου,
του πανωραίου Aπόλλωνος — ψιθύρισεν ο Μύρης
(οι άλλοι δεν άκουσαν) «τη εξαιρέσει εμού».
Οι Χριστιανοί ιερείς μεγαλοφώνως
για την ψυχή του νέου δέονταν.—
Παρατηρούσα με πόση επιμέλεια,
και με τι προσοχήν εντατική
στους τύπους της θρησκείας τους, ετοιμάζονταν
όλα για την χριστιανική κηδεία.
Κ’ εξαίφνης με κυρίευσε μια αλλόκοτη
εντύπωσις. Aόριστα, αισθάνομουν
σαν νάφευγεν από κοντά μου ο Μύρης·
αισθάνομουν που ενώθη, Χριστιανός,
με τους δικούς του, και που γένομουν
ξ έ ν ο ς εγώ, ξ έ ν ο ς π ο λ ύ· ένοιωθα κιόλα
μια αμφιβολία να με σιμώνει: μήπως κι είχα γελασθεί
από το πάθος μου, και π ά ν τ α τού ήμουν ξένος.—
Πετάχθηκα έξω απ’ το φρικτό τους σπίτι,
έφυγα γρήγορα πριν αρπαχθεί, πριν αλλοιωθεί
απ’ την χριστιανοσύνη τους η θύμηση του Μύρη.
(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)
Monday, April 20, 2009
Αυτό σημαίνει Πάσχα...(για μερικούς)

Παρμένο απο το μπλογκ του MR Hulot's Nothing Days
"Στις επίσημες γιορτές εν γένει, ο άνθρωπος απαλλαγμένος από τα δεσμά της δουλειάς και τους ευπρεπισμούς της καθημερινότητας, κάνει φανερό ένα μέρος της πραγματικής του φύσης. Επιδίδεται δηλαδή σε αναρίθμητες πράξεις κτηνωδίας, αφροσύνης και απλής βρωμερής ανθρωπιάς. Το Πάσχα ωστόσο δύναται να διεκδικεί... ειδική μνεία στην ιεραρχία της ποταπότητας. Η Ελληνική οικογένεια επανενώνεται μέσα σε ποταμούς αίματος και εντοσθίων, οι μικρές δολοφονικές καθημερινότητες του σογιού επιστρέφουν με δηλητηριώδη λύσσα, το παπαδαριό ζει μέρες δόξας και ακόμη και τα πλέον «προοδευτικά» κομμάτια της κοινωνίας ενδίδουν στο εσωτερικό τους κάλεσμα και αφήνονται στο βόρβορο του «λαικού»γλεντιού.

Και αν τουλάχιστον τα Χριστούγεννα το κρύο και οι ανάγκες της αγοράς κρατάν όλη αυτή την αθλιότητα κρυμμένη σε διαμερίσματα και μεζονέτες, το Πάσχα οι οικογενειάρχες είθισται να εκδράμουν στην φύση για να εκτελέσουν τις ωμοτητές τους. Οι ανοιξιάτικες μαργαρίτες και παπαρούνες ποδοπατιούνται από ένα ανθρώπινο χείμαρο, πιο βορβορώδη και από τον ασωπό, και λιβάδια, δάση και κήποι σπιλώνονται με τόνους πλαστικού και χημικών, που αφήνουν πίσω τους οι μανιασμένοι εκδρομείς, μαζί με τις βρωμερότερες των εκδηλώσεων από τα παραγεμισμένα με σάρκες και ζωικά σπλάχνα, εντερά τους. Ο φυσικός κόσμος κρατά την ανάσα του και δεν εκπνέει παρά μόνο μετά το τελευταίο ζωώδες ρέψιμο, μετά την ύστατη ανθρώπινη κλανιά που υποδηλώνει ότι η μεγάλη σφαγή του Πάσχα έφτασε στο τελος της.Κάποιοι μπορεί εύλογα να υποστηρίξουν ότι οι Ρωμαίοι δεν έκαναν καλά τη δουλειά τους. Δεν υπήρχαν και ούπα τότε βλέπετε. Κάποιοι υποθετικοί εξωτερικοί παρατηρητές, θα αναρωτιόντουσαν, έκθαμβοι μπροστά στο Αουσβιτς που με περίσσια χαρά και μοχθηρία στήνει η ανθρωπότητα για αρνιά και κατσίκια, αν αυτή η υποθετική παμπάλαιη θεότητα, στο όνομα της οποίας επιτελείται αυτό το όργιο ξεκοιλιάσματος, δεν είχε σκοτωθεί από κέρατα αίγαγρου ή κουτουλιά προβάτου. Κοντολογής: πρόκειται αληθώς για μια εβδομάδα των παθών, τόσο για τον φυσικό κόσμο, όσο και για την αισθητική. Ψήγματα αισιοδοξίας μπορούν να βιωθούν μόνο καθώς αυτή η αιμοσταγής φρενίτιδα πλησιάζει στο τέλος της."
Sunday, April 19, 2009
....αν μιλάμε για μοναξιά
αυτό είναι μοναξια
Thursday, April 16, 2009
Why I hate Coldplay / Radiohead: You and Whose Army
http://www.independent.co.uk/arts-entertainment/music/features/andy-gill-why-i-hate-coldplay-844190.html"
Come on, Come on
You think you drive me crazy, well
Come on, Come on
You and whose army
You and your cronies
Come on, Come on
Holy Roman empire
Come on if you think
Come on if you think
You can take us all
You can take us all
You and whose army
You and your cronies
You forget so easy
We ride tonight
We ride tonight
Ghost horses
Ghost horses
We ride tonight
We ride tonight
Ghost horses
Ghost horses
Ghost horses


























